Αρχική / Άρθρα Συντακτών / Το Βακούφκο Toggle

Το Βακούφκο


... Σοβαρές κουβέντες καφενείου

Γράφει ο Χρ. Μαντέλλος

 

Τη δική τους ιστορία έχουν γράψει τα καφενεία στο χωριό μας (όπως άλλωστε και στα περισσότερα χωριά της χώρας). Τόπος συνάθροισης των χωριανών στη λήξη της ημέρας, μετά την κοπιαστική ολοήμερη δουλειά στο χωράφι ή στο κοπάδι, αποτέλεσαν, ίσως, τον πιο προβλημένο δημόσιο χώρο και λειτούργησαν, τολμώ να πω, ως χώροι ολοκλήρωσης της ανθρώπινης επικοινωνίας σε τοπικό επίπεδο. Για τους κατοίκους των χωριών, των παλαιότερων ιδίως χρόνων, της περιόδου της φτώχειας και της σκληρής αγροτικής και ποιμενικής ζωής, το καφενείο ήταν το σημείο αναφοράς, ο τόπος όπου θα χαλάρωναν και όπου γνώριζαν πως εκεί θα βρουν έναν πρόθυμο συνομιλητή, έναν συγχωριανό τους, για να του πουν τις ανησυχίες τους και ν’ ακούσουν τις δικές του, να μάθουν  τα νέα για την πολιτική ζωή, να πάρουν και να δώσουν πληροφορίες για τα «καθέκαστα» στο χωριό, να κουβεντιάσουν για τις σοδειές τους, για τις δυσκολίες τους, για τα παιδιά τους, για τους χωριανούς που έχουν πάρει το δρόμο της εσωτερικής, αλλά και της εξωτερικής μετανάστευσης. Εκεί γίνονταν συζητήσεις επί συζητήσεων, εκεί «ανέβαζαν» και «κατέβαζαν» κυβερνήσεις, εκεί έδιναν κι έπαιρναν τα αλληλοπειράγματα, άλλοτε καλοπροαίρετα που οδηγούσαν σε γενική ευθυμία και καμιά φορά κακοπροαίρετα που κατέληγαν και σε άσχημες παρεξηγήσεις. Εκεί η φράση «βάλε μας απόνα», ή «φέρε μας μια γύρα» επαναλαμβανόταν πολλές φορές και ήταν η αιτία που, μερικές φορές, ο δρόμος για το σπίτι, δεν είχε πλάτος (ευτυχώς ήταν οι φράχτες), αλλά μόνο μήκος. Πέραν αυτών, εκεί έπιναν το πρωί το καφεδάκι τους, προτού ξεκινήσουν για τις δουλειές τους, εκεί περνούσαν ευχάριστα τις ώρες τους, παίζοντας «κολτσίνα» ή «ξερή» κατά τις Κυριακές και τις σχόλες,  με έπαθλο για το νικητή ένα λουκούμι, ή ένα υποβρύχιο (βανίλια), ή κάνα γλυκό του κουταλιού. Θα ήθελα όμως εδώ να σημειώσω, ότι μέσα σ’ ένα ανδροκρατούμενο τότε περιβάλλον,  δεν αναδείχτηκε μια αρνητική παράμετρος αυτού του σκηνικού, που, εξαιτίας ενός αυστηρού εθιμικού δικαίου,  δεν «επέτρεπε» στις γυναίκες να περάσουν το κατώφλι των καφενείων, ειμή μόνον για να αγοράσουν τα απαραίτητα για το σπίτι. Μια ντε φάκτο κατάσταση που αποτέλεσε  κραυγαλέα αδικία σε βάρος των γυναικών, ιδίως τα πιο παλιά χρόνια,  που η ζωή τους ήταν απόλυτα συνυφασμένη με τη δουλειά στο χωράφι και το σπίτι και ως ξεκούραση και χαλάρωση, λογιζόταν, και ήταν, μόνο η περίοδος του ύπνου.

             Στα καφενεία εκτός των προαναφερομένων, διαδραματίζονταν και άλλα γεγονότα, συνυφασμένα με τον τρόπο ζωής στο χωριό. Κάποιοι επέλεγαν να τελέσουν στον πρόσφορο για μαζικές εκδηλώσεις χώρο των καφενείων (και ειδικά του Βακούφκου), τους αρραβώνες τους, ή να δεξιωθούν τους καλεσμένους τους μετά το γάμο τους ή μετά τη βάφτιση των παιδιών τους. Εκεί, οι συγγενείς εκλιπόντος χωριανού, θα προσέφεραν τον καθιερωμένο καφέ μετά τη λήξη της νεκρώσιμης ακολουθίας, ή μετά την τέλεση του μνημοσύνου, όπου θα μοίραζαν και «στάρι» (κόλλυβα). Εκεί θα μαζεύονταν μετά το σχόλασμα της εκκλησίας όλοι σχεδόν οι χωριανοί για να πιουν τον καφέ τους οι μεγαλύτεροι ή το αναψυκτικό τα παιδιά.   Επίσης στα καφενεία (ιδία στο Βακούφκο που έφερνε πάντα «όργανα»), συνεχιζόταν, μετά την πλατεία, το πανηγύρι σχεδόν μέχρι το πρωί. Ακόμα να πούμε πως τα καφενεία, κυρίως κατά την προεκλογική περίοδο, «δέχονταν» και τις επισκέψεις των πολιτευτών. Η επιλογή του καφενείου, όπου θα μιλούσε ο υποψήφιος βουλευτής, γινόταν από τους τοπικούς κομματάρχες, αυτόκλητους ή εντολοδόχους των υποψηφίων, με βάση τα «στοιχεία» που αυτοί συγκέντρωναν για το που επρόσκειτο κομματικά, το εκάστοτε ακροατήριο. Εκεί αναδεικνύονταν, ουσιαστικά, οι πρόεδροι της κοινότητας μετά των κοινοτικών συμβούλων, ακόμα και οι εκκλησιαστικοί σύμβουλοι.

  Τα Καφενεία, πέραν της κύριας αποστολής τους, λειτούργησαν για πολλά χρόνια και ως παντοπωλεία, με αρκετά προϊόντα της εποχής όπως όσπρια, ζυμαρικά, μπακαλιάρος, πράσινο σαπούνι, φωτιστικό πετρέλαιο, λουμίνια, σπίρτα, φυτίλια, ρέγγα κ.α. Πολλοί χωριανοί,  ψώνιζαν τις περισσότερες φορές βερεσέ λόγω και της φτώχειας που επικρατούσε.

  Το ότι αναφέρομαι σε παρελθόντα χρόνο, δε σημαίνει πως πολλά απ’ τα τεκταινόμενα εκείνα τα χρόνια στα καφενεία, δεν έφτασαν και ως τις μέρες μας. Απλά θέλω να τονίσω  πως η λειτουργία των καφενείων τότε, ήταν πιο αναγκαία, δεδομένου ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων διέμεινε μόνιμα στο χωριό. H χρόνο με το χρόνο αυξανόμενη αστυφιλία και η ως εκ τούτου δραματική μείωση των μονίμων κατοίκων, ειδικά τους μήνες του χειμώνα, οδήγησε και τα καφενεία στο μαρασμό με επαπειλούμενο τον κίνδυνο του κλεισίματος. Μια μικρή αναλαμπή που σημειώθηκε στο μεσοδιάστημα, με τη λειτουργία τριών καφενείων ακόμα και τους μήνες του χειμώνα, ήταν καθαρά συγκυριακή, και όπως φάνηκε αποτέλεσε το κύκνειο άσμα πρoτού φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση του λουκέτου, που άφησε τους λιγοστούς κατοίκους χωρίς ένα «απάγκιασμα», χωρίς ένα στέκι  για τον καφέ ή το ποτό τους.

  Δύσκολο πράγματι να πει κανείς ποια θέση είναι σωστή στο ζήτημα του λουκέτου. Και όσο αφορά το «ιδιωτικό καφενείο», δε μπορεί να έχει κανείς την απαίτηση να κρατά κάποιος το μαγαζί του ανοιχτό, πιθανώς και επί ζημία του (πάντως σίγουρα όχι επ’ ωφελεία του). Τα πράγματα όμως, είναι εντελώς διαφορετικά στην περίπτωση του Βακούφκου καφενείου. Και τούτο γιατί το τελευταίο (πέραν του οικονομικού οφέλους που προσδοκά αυτός που πλειοδότησε και το νοίκιασε), έχει να επιτελέσει ένα άλλο κύριο σκοπό, δηλ. να παραμένει ανοικτό και τους  δύσκολους μήνες του έτους, αχώριστος σύντροφος και του «τελευταίου των μοϊκανών» που έχει επιλέξει να ξεχειμωνιάσει στο χωριό. Άλλωστε ο όρος που ετίθετο πάντα στις συμβάσεις ενοικίου, δηλ. να παραμένει ανοικτό καθόλη της διάρκεια του έτους, αυτόν το σκοπό εξυπηρετούσε. Το Βακούφκο, πιστεύω θα πρέπει να παραμένει εκεί ανοιχτό, ως απομεινάρι μεν μιας εποχής που έφυγε, αλλά παράλληλα και ως μια προσδοκία, ως μια μικρή άσβεστη φλόγα, ότι μπορεί να αποτελέσει, στο εμφύσημα κάποιου ονειροπόλου, το έναυσμα για μια αντίστροφη μέτρηση.

   Το φλέγον αυτό ζήτημα θα πρέπει να το δει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, να το δούμε όλοι μας, να βρεθεί μια λύση για να παραμένει ανοιχτός αυτός ο φάρος επικοινωνίας. Αν υπάρχει διάθεση μπορεί να βρεθεί μια λύση. Θα μπορούσε π.χ. (μια ιδέα ρίχνω στο τραπέζι),  όταν ο ενοικιαστής  αδυνατεί για κάποια χρονική περίοδο,  να το διατηρήσει ο ίδιος ανοιχτό, να αναθέτει τη διαχείρισή του,  σ’ έναν απ’ τους λεγόμενους χειμωνιάτες, τον οποίο θα καθιστά υπεύθυνο, για την τήρηση τουλάχιστο δύο θεμελιωδών όρων: Πρώτον να «κρατά» σε καθημερινή βάση ανοιχτό το καφενείο και δεύτερο να μεριμνά για την προμήθεια βασικών πραγμάτων (κυρίως καφέ, ζάχαρη, κάνα ποτό, ξύλα για τη σόμπα). Έτσι οι «χειμωνιάτες», θα έχουν τη δυνατότητα να προσέρχονται, να ανταλλάσσουν δυο κουβέντες, να πίνουν το καφεδάκι ή  το ποτό τους, να παίζουν ένα τάβλι ή μια δηλωτή.  Θα μπορούσε ακόμα και ο Σύλλογος Νεραϊδιωτών να τους προμηθεύει τα προαναφερόμενα βασικά πράγματα και μόνο για τους τρεις μήνες του χειμώνα (το κόστος είναι μηδαμινό)…

  Δε ξέρω ποια λύση θα δοθεί από τον ιερέα και το εκκλησιαστικό συμβούλιο. Όμως, η εικόνα με το Βακούφκο κλειστό (όταν υπάρχουν χωριανοί που δεν έχουν ένα στέκι να περάσουν την ώρα τους, αναγκαζόμενοι να μετακινούνται χιλιόμετρα για να πιουν ένα καφέ), δεν είναι η αρμόζουσα (sic!) και θα πρέπει άμεσα να ανατραπεί. Γιατί αν παραμείνει επ’ αρκετό η εικόνα αυτή με το λουκέτο να πέφτει βαρύ πάνω στην πόρτα εισόδου του Βακούφκου, το σενάριο που θέλει και την τοποθέτηση φύλακα στο χωριό, κατά τους μήνες του χειμώνα, δε φαντάζει και τόσο μακρινό…